Οι ουλές (ή ουλώδης ιστός) έχουν βάθος, υφή, πυκνότητα και σχήμα. Οι ουλές μοιάζουν με τα παγόβουνα, μπορούμε να δούμε μόνο το 1/3 που βρίσκεται στην επιφάνεια του δέρματος και 2/3 βρίσκονται βαθιά μέσα στους ιστούς. Ανεξάρτητα από την αιτία, το που βρίσκονται στο σώμα, την ηλικία ή το μέγεθος της ουλής, έχουν παρόμοια επιρροή στο κέντρο ελέγχου της κίνησης  (εγκέφαλος) και στο νευρικό σύστημα.

Σε έναν τραυματισμό μαλακών μορίων (π.χ μύες) κατά τη διαδικασία της επούλωσης, εκτός από τον ιστό που παράγεται για τη δημιουργία νέου φυσιολογικού ιστού, παράγεται και ένας άλλος ιστός (β' "ποιότητας") μαζί του ώστε να γεμίσει η πληγή. Με αυτόν το τρόπο ο οργανισμός προσπαθεί να επανασυνδέσει τους τραυματισμένους ιστούς.

Το αποτέλεσμα είναι η περιοχή αυτή να γίνεται ανελαστική, πυκνότερη σε ιστούς ενώ μειώνεται και η αιματική ροή. Το σώμα μας όμως, είναι φτιαγμένο να είναι ρευστό, ώστε τα στρώματα υγιών ιστών να ολισθαίνουν ελεύθερα το ένα πάνω στο άλλο, καθώς διατείνονται ή χαλαρώνουν. Ο ουλώδης ιστός κινείται διαφορετικά, έχει διαφορετική αίσθηση και νεύρωση και ενεργεί διαφορετικά από τον κανονικό ιστό.

Όταν δημιουργείται μια ουλή, ο ιστός είναι πυκνός και κολλημένος  παράγοντας  τάση στους περιβάλλοντες ιστούς με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των αισθητήριων νεύρων στην περιοχή ότι υπάρχει δυσλειτουργία. Το μήνυμα μιας τέτοιας δυσλειτουργίας θα ταξιδέψει στο κεντρικό νευρικό σύστημα (εγκέφαλος και νωτιαίος μυελός) λέγοντας: «ο τραυματισμός εξακολουθεί να υπάρχει, μείνετε σε λειτουργία προστασίας». Ο ουλώδης ιστός διαταράσσει το σήματα από τον εγκέφαλο στην αντίστοιχη περιοχή και αντίστροφα.

Ένα κοινό παράδειγμα ουλώδους ιστού είναι η καισαρική τομή, της όποιας η "ενεργοποίηση" μπορεί να δώσει συμπτώματα και πόνο στην κοιλιακή, βουβωνική περιοχή ακόμα και στο ισχίο. 

Η αξιολόγηση του δέρματος και των ουλών που μπορεί να βρίσκονται σε αυτό παίζουν σημαντικό ρολό στην αποκατάσταση και στην αντιμετώπιση επαναλαμβανόμενων μυοσκελετικών προβλημάτων.